Ο Αντόνιο έφτασε εκείνο το σούρουπο της τελευταίας Τετάρτης του Αυγούστου στη Λάρισα με ένα μεγάλο λευκό φάκελο παραμάσχαλα. Ήταν παραφουσκωμένος με τις εξετάσεις που κουβαλούσε από την Τουρκία, μαζί και με τις τελευταίες είχε κάνει μια μέρα νωρίτερα στην Αθήνα για λογαριασμό της ΑΕΛ.

Ήρθε περίπου στα κρυφά. Δεν είχε ξεμπλέξει ακόμα με την Ανκαραγκουτσού, την προηγούμενη ομάδα του, κι έτσι – για τον φόβο των Ιουδαίων – ούτε δηλώσεις ως παίκτης της ΑΕΛ έπρεπε να κάνει, ούτε να προπονηθεί με την υπόλοιπη ομάδα μέχρι να πάρει και επισήμως την ελευθέρας. Το πρώτο ξεμούδιασμα το έκανε στα κρυφά, στο ανοιχτό βοηθητικό γήπεδο της Νεάπολης φορώντας συμβατικά αθλητικά ρούχα και ένα δανεικό δικό μου φανελάκι, με  τότε γυμναστή της ομάδας, Χρήστο Μουρίκη, να δίνει τις οδηγίες τηλεφωνικά από το κινητό μου.

«Θηρίο στο κλουβί» ήταν ο Αντόνιο τις πρώτες δυο μέρες στον κάμπο. Και δεν είναι καθόλου σχήμα λόγου αυτό το – κατά τα άλλα – κλισέ. Ο ερχομός του στην ΑΕΛ ήταν για εκείνον κάτι περισσότερο από μια ακόμη μεταγραφή. Ήταν μια νέα ζωή. Αυτό αντιπροσώπευε για τον «Τάνο» η Λάρισα και γι’ αυτό δεν μπορούσε να χωνέψει ότι το παρελθόν τον κυνηγούσε ακόμη και δεν τον άφηνε να χαρεί όπως θα ήθελε τη νέα αυτή πραγματικότητα από την πρώτη της στιγμή. Όμως, ήταν τόσο κοντά στο να γυρίσει αυτή τη ρημάδα τη σελίδα, που δεν ήθελε ούτε εκείνος να διακινδυνεύσει την παραμικρή επιπλοκή.

Στα 31 του πια, είχε βάλει στόχο να κάνει δυο καλά χρόνια στην Ελλάδα, να κλείσει την καριέρα του με μια διετία στο MLS και μετά – όπως έλεγε ονειροπολώντας στον τότε αντιπρόεδρο της ΠΑΕ, Κώστα Κωνστάντο – «θα έρχεστε στο Μοντερέι να σας φιλοξενώ, εσείς θα αράζετε στον ήλιο όλη μέρα κι εγώ θα αναλαμβάνω το μπάρμπεκιου».

Αλίμονο! Το όνειρο για τον Αντόνιο έμεινε μισό κι αυτή η νέα ζωή που τόσο λαχταρούσε να ζήσει στη Λάρισα, δεν κράτησε ούτε τρεις μήνες…

Δευτέρα 16 του Νοέμβρη – δεν είχε ξημερώσει ακόμα – χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Ζήσης. Ξύπνημα στον εφιάλτη κανονικά. Χρειάστηκαν κάμποσα δευτερόλεπτα για συνειδητοποιήσω ότι όλα αυτά δεν ήταν ένα κακό όνειρο. Ντύθηκα άρον άρον, πήγα και βρήκα τον Σωτήρη, που μόλις είχε επιστρέψει από το Πανεπιστημιακό, και φύγαμε καρφί για τη Νίκαια.

Στα σκαλοπάτια, στην είσοδο του σπιτιού, άρχισα να τρέμω και να μουδιάζω. Οι σφυγμοί ανέβαιναν και ένιωθα ότι η καρδιά μου θα σπάσει. Ήθελα να το βάλω στα πόδια, αλλά η πραγματικότητα δε σου αφήνει περιθώρια. Πρέπει να σταθείς όρθιος και να την αντιμετωπίσεις. Γιατί, διάολε, κάποιος έπρεπε να βοηθήσει τη Σόνια να δώσει μια τυπική κατάθεση στην Αστυνομία. Τι να πεις σ’ αυτή τη γυναίκα που είδε να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια της; Κι η μικρή Μιράντα έπρεπε να… φυγαδευτεί στο σπίτι των Κάσας για να μην καταλάβει τίποτα. Κι ύστερα να συνοδεύσουμε τη Σόνια στο νοσοκομείο για να τον δει για τελευταία φορά. Να καταρρέει εκείνη στα χέρια του Γιάννη του Τζήμα και εμείς οι υπόλοιποι να γονατίζουμε. Και να έχεις μετά ως ΑΕΛ να διαχειριστείς εκτός από μια ανθρώπινη τραγωδία κι ένα σωρό άλλα. Από τα πιο διαδικαστικά, μέχρι τα πιο ουσιώδη. Η σορός, η νεκροψία, οι γιατροί, οι Τούρκοι, τα ΜΜΕ, ο κόσμος, η ομάδα, η οικογένεια, οι συγγενείς, η πρεσβεία, οι ειδήμονες, ο καθένας που λέει το μακρύ του και το κοντό του, αυτοί που πάνω από το άψυχο κορμί του Αντόνιο ζητούν απαντήσεις κι εκείνοι που ψάχνονται να πετάξουν από πάνω τους τις ευθύνες. Κι ο εφιάλτης συνεχίζεται κανονικά και είναι τόσα όλα αυτά που συμβαίνουν ταυτόχρονα σε πραγματικό χρόνο, ώστε χάνεις το μυαλό σου, παλαβώνεις και – κάποιες στιγμές – μέσα σ’ αυτή την τρέλα σε παίρνει η μπάλα και ξεχνάς τον ίδιο τον Αντόνιο. Κι αυτό είναι που σε βαραίνει ακόμη πιο πολύ… Σου έρχεται να ουρλιάξεις. «Σωπάστε ρε. Σωπάστε, για το Θεό. Έφυγε ο Αντόνιο…»

Εφτά χρόνια μετά δεν ξέρω τι συμπεράσματα έχουν βγάλει «ειδικοί» και μη. Να σας πω αυτό που κατάλαβα εγώ… Κατάλαβα ότι όποιος έψαξε μόνο για φταίχτες, έχασε την ουσία. Η απάντηση ήταν εκεί μπροστά στα μάτια του. Ο Αντόνιο προφανώς και ήξερε ότι η καρδιά του είχε θέμα. Κι αν έφυγε έτσι ξαφνικά, ήταν επειδή άκουσε εκείνη κι όχι τη λογική του. Όχι, δεν λέω ότι το έπαιξε ήρωας γνωρίζοντας ότι πηγαίνει καταπάνω στον θάνατο. Δεν πίστεψε ποτέ ότι βάδιζε σε τέτοιο δρόμο. Ούτε μπορώ να πω ότι ήταν ανεύθυνος, όντας τότε πολύπειρος ως αθλητής στα 31 του και ώριμος ως πατέρας ενός 5χρονου κοριτσιού. Ίσως τελικά– όπως έγραψε τότε και ο Καρπετόπουλος  στη “Sportday” – ο Αντόνιο πέθανε, επειδή επέλεξε να ζήσει. Κι ίσως – στη σκέψη του πόσο απειροελάχιστη, σαν σταγόνα στον ωκεανό, διάρκεια έχει η ζωή ενός μέσου ανθρώπου σε σχέση με τον άπειρο χρόνο – αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο το πώς πεθαίνει κανείς, αλλά το πώς ζει…

Προφανώς και δεν ήξερε ότι θα πεθάνει.  Ούτε ήξερε ότι το ρίσκο που έπαιρνε ήταν τόσο μεγάλο. Ίσως η καρδιά του αρνούταν να το πιστέψει. Αυτό που ήξερε καλά, όμως, ήταν ότι για όσο του ήταν γραφτό, ήθελε να ζήσει χωρίς εκπτώσεις στα όνειρά του. Ήθελε να ζήσει αρνούμενος να παραδοθεί στον φόβο… Κι αν είναι να θυμόμαστε τον Αντόνιο με κάποιο τρόπο, ας τον θυμόμαστε έτσι…

Χάρης Γεωργούλας